Blog

Ο Αλχημιστής : Πως άρχισαν όλα

29 Μαΐ, 2017

Bella Stories Written by: Alexandra Di Gregorio

11η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2001, ΛΟΝΔΙΝΟ  

Όλα είναι τέλεια. Έχω το δικό μου διαμέρισμα σε μια από τις μεγαλύτερες και πιο διάσημες πρωτεύουσες  της Ευρώπης. Έχω ήδη δύο πτυχία, κοντεύω να τελειώσω το MBA μου και αν όλα πάνε όπως τα έχω σχεδιάσει, σύντομα θα βρω μια δουλειά σαν σύμβουλος επιχειρήσεων.

Είναι ένα ήσυχο πρωινό. Ως συνήθως ξύπνησα όσο πιο νωρίς γινόταν ώστε να συνεχίσω με την διπλωματική μου. Πάνε εννιά μήνες που παραιτήθηκα από την δουλειά ώστε να επικεντρωθώ στις σπουδές μου. Εννιά μήνες που πήγαινα από το κρεβάτι στο γραφείο και μερικές φορές στην κουζίνα (όταν θυμόμουν πως δεν μπορούσα να λειτουργήσω μόνο με καφεΐνη). Εννιά μήνες για να συγγράψω μια διπλωματική. Ήμουν έτοιμη να αρχίσω να γράφω, όταν το τηλέφωνο χτύπησε απρόσμενα: «Άνοιξε την τηλεόραση!». «Γράφω, δεν προλαβαίνω να δω τηλεόραση!». «Άνοιξε την τηλεόραση ΤΩΡΑ σου λέω!».Άνοιξα το μισητό χαζοκούτι και σε κάθε κανάλι έπαιζε αυτή την ανατριχιαστική εικόνα των δίδυμων πύργων να καταρρέουν, με τους ανθρώπους να πηδάνε από τα παράθυρα στο κενό, σαν τα πέταλα του λουλουδιού που μαραίνονται και πέφτουν αργά στο έδαφος. Έμεινα εκεί, παγωμένη. «Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε», σκέφτηκα καθώς έδειχναν κοντινό πλάνο ενός  ανθρώπου, με το πρόσωπό του καλυμμένο από ιδρώτα και φόβο, να κοιτάζει προς τον ουρανό ψάχνοντας για κάποιο σημάδι ελπίδας, και μετά να πηδάει.

Όπως κάθε νέο και φιλόδοξο άτομο εκείνης της εποχής, ανέκαθεν ονειρευόμουν να ζήσω στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και έψαχνα ακόμη τρόπους για να πραγματοποιήσω αυτό το όνειρο.  Αλλά το μόνο πράγμα που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη την στιγμή ήταν: «Μπορεί να ήμουν εγώ εκεί. Μπορεί να ήμουν εγώ αυτή που θα έπεφτε από εκείνο το παράθυρο, με όλο τον κόσμο να παρακολουθεί τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου».

Εκείνη τη μέρα και τις επόμενες που ακολούθησαν υπήρχε ένα γκρίζο σύννεφο πάνω από το Λονδίνο, ο χρόνος έμοιαζε σαν να είχε παγώσει κι όλοι έμοιαζαν να περιμένουν το τέλος. «Πιθανόν να πεθάνω  σύντομα, ποιος νοιάζεται για την αποφοίτησή και την φιλοδοξία μου να αποκτήσω μια καλά αμειβόμενη δουλειά και να ζω σε μια κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα».

Βέβαια, δεν χρειάζεται να πω πως δεν μπορούσα να πετάξω έτσι απλά όλα αυτά τα χρόνια και τις θυσίες που είχα κάνει, επειδή το τέλος του κόσμου φαινόταν να έρχεται ολοένα και πιο κοντά. Έτσι, στο τέλος του μήνα κατέθεσα την διπλωματική μου και πήρα το μεταπτυχιακό μου MBA στη διοίκηση επιχειρήσεων. Παρόλα αυτά, αυτό το αίσθημα της επερχόμενης καταστροφής με έκανε να πάρω την απόφαση να βρω όσο το δυνατόν συντομότερα μία δουλειά, απλώς για να έχω αρκετά χρήματα για το ταξίδι που ήθελα επιτέλους να κάνω στην Αυστραλία, για να επισκεφτώ την ξαδέρφη μου την Γεωργία.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ : ΤΑΞΙΔΙ ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ

Δύο μήνες μετά, βρισκόμουν στο αεροπλάνο και είχα έξι ολόκληρες βδομάδες μπροστά μου να απολαύσω την ζωή και τους κόπους μου, στιγματισμένη από αυτήν την αίσθηση του πεπερασμένου, που είχε αφήσει εκείνη η άθλια μέρα του Σεπτέμβρη στην νεανική και αθώα μου ψυχή. Παρεμπιπτόντως, η Ελένη, μια φίλη που ζούσε στην Ταϋλάνδη εκείνη την περίοδο, με πήρε τηλέφωνο μια εβδομάδα πριν την αναχώρηση μου, και μόλις της είπα για το ταξίδι μου στην Αυστραλία, άρχισε να παραπονιέται πως έπρεπε να την επισκεφτώ κι εκείνη. Και κάπως έτσι, αποφάσισα να κάνω μια στάση στην Ταϋλάνδη, ώστε να την ευχαριστήσω κι εκείνη (κι εμένα φυσικά).

Και να που είμαι στην Μπανγκόγκ, σε ένα τετράστερο ξενοδοχείο που είναι τόσο φανταστικό όσο και όλα τα υπόλοιπα που έχει να σου προσφέρει η πόλη, από το πεντανόστιμο και εξωτικό φαγητό μέχρι τα πολύχρωμα και ζωντανά παζάρια, γεμάτα με φτηνά αλλά πανέμορφα κοσμήματα. Μια μέρα, η Ελένη μας κανόνισε ένα τριήμερο ταξίδι στο ονειρικό νησί του Πουκέτ. Ξέρετε κανείς δεν έχει επιστρέψει από τους πεθαμένους για να περιγράψει τον παράδεισο. Ο Δάντης έγραψε ένα έργο τέχνης περιγράφοντάς τον, αλλά χρησιμοποιώντας θρησκευτικούς όρους που δεν έχουν καμία σχέση με το θελκτικό τοπίο που είχα μπροστά μου, έτσι καθώς περπατούσα στη λευκή και απαλή άμμο της παραλίας Κάτα.«Είμαι στον Παράδεισο», είπα ψιθυρίζοντας στον εαυτό μου σαν να το έλεγα στην Ελένη, που ήδη απολάμβανε ένα μασάζ, ξαπλωμένη σε μια ξαπλώστρα στη σκιά.

Είχε πολλή ζέστη, αλλά το απαλό αεράκι που περνούσε ανάμεσα από τα μαλλιά μου με έκανε να απολαύσω την υψηλή θερμοκρασία. «Είμαι μια νέα, ελεύθερη με βρετανική υπηκοότητα και μια πολλά υποσχόμενη καριέρα. Τα κατάφερα! Δεν είμαι ένα απλό κορίτσι σε ένα ταπεινό χωριό ενός μικρού νησιού, είμαι μια νέα και ανεξάρτητη γυναίκα! Το μόνο πράγμα που λείπει από την ζωή μου είναι ένας άντρας… αυτό το κρεβάτι είναι αρκετά μεγάλο για δύο… αλλά τι να τον κάνω τον άντρα; Μπορώ να τεντώσω τα πόδια και τα χέρια μου όσο θέλω, χωρίς να ρίξω κανέναν από το κρεβάτι!».

Πραγματικά δεν μπορούσα να φανταστώ ένα τέλος αντάξιο της ζωής που ζούσα.  Είχα πετύχει όλους τους στόχους μου και κανείς δεν είχε το δικαίωμα να μου αφαιρέσει αυτή την επιτυχία. Ακόμη κι έτσι όμως, ήξερα πως μια τρομοκρατική επίθεση ήταν πιθανό να συμβεί και στο Λονδίνο, κι αυτό με έκανε να τρέμω από τον φόβο μου.

Ενώ βυθιζόμουνα αργά στα διάφανα κι ήρεμα νερά που ακροφιλούσαν την ακτή, σε αυτό το μικρό κομμάτι Παράδεισου, μακριά από το χάος και την φασαρία του Λονδίνου, μια σκέψη άρχισε να αναπτύσσεται στο μυαλό μου, και το ταλαιπωρούσε τόσο πολύ, που άρχισα να έχω πονοκέφαλο. Παρόλο που προσπάθησα να την καταπιέσω, να την αγνοήσω, να την κάνω να σωπάσει, δεν μπορούσα να αποφύγω αυτή την φωνή: «Ποια είναι η διαφορά μεταξύ αυτής της παραλίας και της παραλίας της Γλυφάδας στην Κέρκυρα;»

Προσπαθούσε, άραγε, το μυαλό μου να μου πει πως είχα ταξιδέψει τόσο μακριά μόνο και μόνο για να αντιληφθώ πως ο παράδεισος που επιζητούσα ήταν ήδη κάτω από την μύτη μου, από την ώρα που είχα γεννηθεί; «Όχι, είναι το σοκ από αυτό που συνέβη στην Αμερική», είπα στον εαυτό μου. Ευτυχώς, η Ελένη, που με πήρε τηλέφωνο για να με προσκαλέσει για ποτό με κάποια αγόρια που μας κοιτούσαν από την ώρα που φτάσαμε, με έσωσε από τον βέβαιο πνιγμό στα νερά του ταραγμένου μου μυαλού. Μετά από αυτές τις τρεις μέρες στο Πουκέτ, έπρεπε να αποχαιρετήσω την Ελένη και να συνεχίσω το ταξίδι μου στην Αυστραλία.

Η Αυστραλία σήμαινε πολλά για μένα, όχι μόνο εξαιτίας της ξαδέρφης μου, αλλά κυρίως λόγω του γεγονότος πως οι γονείς μου είχαν μεταναστεύσει εκεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.  Μαζί με την ξαδέρφη μου την Γεωργία επισκεφθήκαμε όλα τα μέρη που οι γονείς μου μού είχαν αφηγηθεί ήδη από την παιδική μου ηλικία.

Ταξιδεύοντας σε αυτή την ήπειρο, κατάλαβα  πόσο μοναχικά πρέπει να ένιωθαν εκεί. Παρόλο που είναι ένα εκπληκτικό μέρος, τώρα κατανοώ επιτέλους το όνειρο τους να επιστρέψουν πίσω στην Κέρκυρα, να επανασυνδεθούν με τις ρίζες τους και να μην ζουν σαν ξένοι για την υπόλοιπη ζωή τους. Προηγουμένως, δεν συμφωνούσα με την απόφασή τους να επιστρέψουν – το όνειρό μου ήταν να φύγω μακριά από την Κέρκυρα. Μήπως μου έλειπαν κι εμένα οι ρίζες μου; «Όχι, είναι το σοκ από αυτό που συνέβη στην Αμερική».

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ – ΜΑΡΤΙΟΣ 2002, ΛΟΝΔΙΝΟ

Επιστρέφοντας στο Λονδίνο, ξεκίνησα να δουλεύω σε μια νέα δουλειά ως διευθύντρια σε ένα ξενοδοχείο που δεν πήγαινε και πολύ καλά όταν ξεκίνησα, αλλά συμφώνησα καλά λεφτά και χάρη στις διαχειριστικές μου ικανότητες (λυπάμαι που κομπάζω για τις ικανότητες μου, αλλά είναι αλήθεια, ήμουν όντως πολύ καλή) το ξενοδοχείο άρχισε σύντομα να ανακάμπτει οικονομικά. Όλο το προσωπικό άρχισε να δουλεύει με περισσότερο ενθουσιασμό και η Ντόνα, η βοηθός μου, σύντομα αποδείχτηκε η καλύτερη μου φίλη.

Παρόλα αυτά, ο ιδιοκτήτης δεν ήταν ευχαριστημένος με την επιτυχία μου και άρχισε να υποσκάπτει όλες μου τις προσπάθειες. Ενώ έβαζα τα δυνατά μου για να δημιουργήσω την ομάδα που κυριολεκτικά έσωσε το ξενοδοχείο του από την χρεωκοπία, εκείνος προσπαθούσε συνεχώς να μας διχάσει και να σαμποτάρει όλη μου την δουλειά.

Δούλευα δώδεκα, μερικές φορές δεκατέσσερις, ώρες την ημέρα για να πετύχω το μπόνους που θα μου επέτρεπε να πληρώσω την υποθήκη του διαμερίσματός μου, και όλη αυτή η ευθύνη που κουβαλούσα στους ώμους μου και τα προβλήματα που προκαλούσε ο ιδιοκτήτης, μου προκάλεσαν πάρα πολύ άγχος. Γενικά μπορούσα να διαχειριστώ την πίεση, ήμουν συνηθισμένη να δουλεύω σε μεγάλα, πολυτελή ξενοδοχεία, κάτι που σημαίνει βαρύς φόρτος εργασίας, όμως είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι αν άξιζε να πάθω νευρικό κλονισμό και ίσως να φτάσω στο σημείο να αρρωστήσω από όλο το άγχος και την πικρία που έπρεπε να υφίσταμαι δουλεύοντας σε αυτό το τοξικό περιβάλλον.

ΙΟΥΛΙΟΣ 2002, ΛΟΝΔΙΝΟ

Το τηλέφωνό μου χτύπησε μέσα στα άγρια μεσάνυχτα. “Ποιος μπορεί να με καλεί τέτοια ώρα;” Κοίταξα το τηλέφωνο χωρίς να μπορώ καλά καλά να ανοίξω τα μάτια μου. «Ντόνα;», είπα στο ακουστικό. «Συγνώμη που σε παίρνω τέτοια ώρα αλλά πρέπει να μιλήσουμε. Μπορούμε να πάμε μια βόλτα;». Φυσικά και μπορούσαμε, ήταν η καλύτερη μου φίλη και μπορούσα να αισθανθώ το άγχος και την ανησυχία στην φωνή της.

Δέκα λεπτά αργότερα καθόμασταν σ’ ένα από τα μεγάλα σιντριβάνια στην πλατεία Τραφάλγκαρ ακουμπώντας στην άκρη του με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής που έμοιαζαν με αιώνες, η φωνή της έσπασε τη σιωπή.  «Κοίτα, είμαι τόσο αγχωμένη που δεν μπορώ να κοιμηθώ την νύχτα ακόμη κι όταν είμαι πτώμα από την κούραση.  Δεν μπορώ να δουλέψω με αυτόν τον άνθρωπο άλλο. Προσπάθησα σκληρά, κυρίως γιατί δεν ήθελα να σε αφήσω μόνη σου.  Είσαι η καλύτερη μου φίλη και δεν θέλω να σου γυρίσω την πλάτη, αλλά ήδη έχω υποστεί αρκετά και θέλω να φύγω από το ξενοδοχείο. Ναι, θέλω να παραιτηθώ».

Παρόλο που δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου σε εκείνο το μέρος κάθε πρωί, χωρίς την κατευναστική της παρουσία, είπα… «Ντόνα, πρέπει να κάνεις αυτό που είναι το καλύτερο για σένα! Δεν είσαι υποχρεωμένη να μείνεις για μένα. Θα τα καταφέρω! Μην ανησυχείς για μένα».

Ζούσα την ζωή που πάντα ήθελα να έχω, είχα πετύχει σχεδόν όλα όσα ήθελα, αλλά η σκέψη πως ο θησαυρός που έψαχνα βρισκόταν πάντοτε κάτω από το μαξιλάρι μου, η σκέψη πως το να ζω σε μια μεγάλη πόλη δεν ήταν πια αρκετό για μένα και πως ίσως θα ένιωθα πιο ευτυχισμένη και ασφαλής στην Κέρκυρα, με βασάνιζε. Πώς ήταν δυνατόν να αναποδογυρίσουν όλα τόσο γρήγορα και τόσο απότομα;

Προς απογοήτευση του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου που προσπαθούσε να με ξεφορτωθεί για να δώσει την θέση μου στην Ντόνα, εκείνη παραιτήθηκε. Μετά από μια βδομάδα χωρίς την φίλη μου, αντιλήφθηκα πως δεν μπορούσα να συνεχίσω να δουλεύω γι’ αυτόν τον απαίσιο άνθρωπο χωρίς να αρρωστήσω, να πάθω κατάθλιψη ή και τα δύο μαζί. «Να πας να γαμηθείς, κι εσύ, και τα λεφτά σου, και το ξενοδοχείο σου!», σκέφτηκα και ναι, παραιτήθηκα κι εγώ. Μετά από αυτή την μεγάλη απόφαση, πήρα μια ακόμη μεγαλύτερη: Αποφάσισα να πάω στην Κέρκυρα για να σκεφτώ.

Αυτό που δεν σας είπα προηγουμένως, γιατί δεν ήθελα να νομίζετε πως δουλεύω στην τουριστική βιομηχανία εξαιτίας αυτού, είναι πως οι γονείς μου είχαν το δικό τους ξενοδοχείο στις Μπενίτσες. Για την ακρίβεια το νοίκιαζαν σε άλλους ανθρώπους που το διαχειρίζονταν, αλλά επειδή αυτοί οι άνθρωποι σταμάτησαν να πληρώνουν το νοίκι, οι γονείς μου δεν είχαν άλλη επιλογή από το να διευθύνουν το ξενοδοχείο μόνοι τους. Η μητέρα μου στα εξήντα-τρία της καθάριζε τα δωμάτια και ο πατέρας μου, που μετά βίας ήξερε να διαβάζει και να γράφει, δούλευε στην ρεσεψιόν.

Εγώ προσπαθούσα να τους βοηθήσω από το Λονδίνο αλλά η αλήθεια ήταν πως ήμουν πολύ απασχολημένη με την δική μου δουλειά για να σώσω το ξενοδοχείο των γονιών μου από την καταστροφή. Έτσι, η απόφαση μου να επιστρέψω στην Κέρκυρα επηρεάστηκε και από την επιθυμία να βοηθήσω τους γονείς μου για την επερχόμενη καλοκαιρινή περίοδο.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2002 – ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2003, ΜΠΕΝΙΤΣΕΣ ΚΑΙ ΛΟΝΔΙΝΟ

Μόλις πάτησα το πόδι μου στο ξενοδοχείο των γονιών μου έπαθα σοκ. Δεν το θυμόμουν έτσι, τόσο αδιάφορο, χωρίς  χρώμα, παρά μόνο μ’ αυτό το μονότονο, ψυχρό λευκό στους τοίχους. Έμοιαζε με μια πανέμορφη αλλά θλιμμένη γυναίκα που όλοι χρησιμοποιούσαν αλλά ποτέ δεν αγαπούσαν. «Αυτό το μέρος αξίζει περισσότερη αγάπη!». Μόνο οι γονείς μου το αγαπούσαν, αλλά παραήταν γέροι και κουρασμένοι για να του δώσουν την απαιτούμενη προσοχή.

Στο τέλος του καλοκαιριού, ακόμη μπερδεμένη για τις επόμενες κινήσεις μου, αποφάσισα να επιστρέψω στο Λονδίνο. Έτσι όπως καθόμουνα, λοιπόν, στον κόκκινο καναπέ μου στο πολυαγαπημένο μου διαμέρισμα, με μια κούπα τσάι στα χέρια μου, ξεκίνησα να εξετάζω κάθε γωνιά  αυτού που συνήθιζα να αποκαλώ σπίτι μου. Ξεκίνησα να εξετάζω κάθε γωνιά της καρδιάς μου και με την ξεγνοιασιά ενός παιδιού, σκέφτηκα, «Πέτυχα όλα όσα ήθελα. Απέδειξα στον εαυτό μου πως είμαι δυνατή, ικανή και ανεξάρτητη. Ίσως όλες οι αμφιβολίες και όλοι οι φόβοι μου απλώς να με καλούν να κλείσω αυτό το κεφάλαιο της ζωής μου και να πάω στο επόμενο». Παρακινημένη από αυτή την ξαφνική επιφοίτηση, πήρα το τηλέφωνο και κάλεσα τον αριθμό της μητέρας μου: «Μαμά, επιστρέφω στο σπίτι. Θα διευθύνω το ξενοδοχείο για την επόμενη σεζόν».

Λίγες μέρες αργότερα έβαλα ενοικιαστήριο για το διαμέρισμα. Άσκοπο. Δεν μου άρεσε κανείς απ’ αυτούς που ήρθαν να το δουν. Υπάρχει μια παροιμία στην Ελλάδα «Δεν έχεις το ένα πόδι στον τάφο και το άλλο έξω από τον τάφο» που σημαίνει πως είτε κάνεις μια επιλογή και την τραβάς μέχρι τέλους, είτε δεν κάνεις την επιλογή εξαρχής. Παρεμπιπτόντως, δεν μου άρεσε καθόλου η ιδέα πως κάποιος άλλος θα ζούσε στο ‘διαμέρισμά μου’, έτσι αποφάσισα να το κάνω «μη-δικό μου», με τον μοναδικό τρόπο που ήξερα: να το πουλήσω. Τρεις μέρες αργότερα το διαμέρισμα πουλήθηκε και ήμουν έτοιμη να αρχίσω το νέο κεφάλαιο της ζωής μου.

Γνωρίζοντας πως θα έφευγα σύντομα, αξιοποίησα στο έπακρο τον χρόνο που μου είχε απομείνει στο Λονδίνο. Κατά την διάρκεια των μηνών πριν την αναχώρησή μου, απόλαυσα επιτέλους, και για πρώτη φορά την γρήγορη, πολυπολιτισμική και μεγαλοπρεπή μητέρα που με κυοφορούσε για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια. Την μέρα συναντιόμουν με φίλους και την νύχτα μάζευα ιδέες για να πετύχω την ανάκαμψη του ξενοδοχείου των γονιών μου. Μια νύχτα, ενώ κατασκόπευα στο διαδίκτυο τι προσέφεραν στους φιλοξενούμενούς τους τα άλλα ξενοδοχεία στις Μπενίτσες…

Tags:
Ανθη Πουλη
About The Writer
Alexandra Di Gregorio
Alexandra Di Gregorio
Pen Name: Fille Du Vent

Alexandra Di Gregorio ( Fille Du Vent ) is a young and still developing writer. She likes to explore different literary genres and styles, such as poetry, short stories and stream of consciousness. Alexandra aspires to become a travel writer collecting and writing the stories of the people she meets on her journeys around the world.

This time Alexandra worked as a biographer, writing short stories revolving around momentous events in the life of Anthea and of the Bella Vista Hotel.

You Might Also Like
Χωρίς Τουρισμό : Ευλογία ή Κατάρα ; 27 Ιούλ, 2020

Μια λαϊκή ιστορία στο φως του COVID-19   «Εδώ Κέρκυρα! Όμως προτού μπείτε στην παρέα μας μέσα από αυτό το άρθρο, θα μπορούσατε να μας κάνετε μια (μικρή) χάρη;»; Ελπίζουμε πως κουνάτε καταφατικά το κεφάλι σας, γιατί σας παρακαλούμε να αποβάλλετε όλη την ένταση και…

Η αγάπη πάντα νικάει 05 Ιούλ, 2020

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΓΑΠΗ ?   Καθόμουν στην αμμουδιά, νιώθοντας απολύτως ερωτευμένη με αυτό το μέρος. Ήμουν ερωτευμένη με κάθε σταγόνα των καταγάλανων νερών του, με την άμμο του και με τα χαλίκια του, που ήταν κάθε είδους σχήματος και χρώματος. Μου άρεσε να περνώ τον…

Ακολούθησε τα όνειρα σου, ειδάλλως τα όνειρά σου θα σε ακολουθούν. 28 Απρ, 2020

Αυτή τη φορά είμαι εγώ που γράφω, είναι ο συγγραφέας που γράφει. Αυτή είναι η τελευταία εργασία που μου ανατέθηκε: να γράψω μια ιστορία σχετικά με την εμπειρία μου εδώ στο Bella Vista . Μπορεί να φαίνεται εύκολο το να γράφει κανείς για τον εαυτό…