Blog

ΜΠΕΝΙΤΣΕΣ, ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΜΙΣΟΥΣ

07 Αυγ, 2017

Bella Stories Written by: Alexandra Di Gregorio

Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα φτάνοντας στις Μπενίτσες ήταν το υπέροχο χρώμα της θάλασσας και των λουλουδιών που άνθιζαν παντού. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου τέτοιο ουράνιο τόξο από χρώματα. Ακόμη και τα σπίτια ήταν βαμμένα με ζεστές αποχρώσεις, όπως το κόκκινο του κεραμιδιού ή το κίτρινο του μελιού, που θύμιζε την άμμο στην παραλία της Γλυφάδας. Υπήρχε όμως κάτι ακόμη που τράβηξε την προσοχή μου: δύο μεγάλα  κατεστραμμένα κτήρια στον δρόμο έξω από το κέντρο του παλιού χωριού. Σκέφτηκα πως ίσως κάποιος θα τα ανακαίνιζε ώστε να ανοίξουν για την καλοκαιρινή σαιζόν, αλλά κοιτάζοντας μέσα από τα σκονισμένα παράθυρα αυτών των πελώριων ογκόλιθων, που ήταν τόσο διαφορετικά από τις μικρές ταβέρνες και τα καφέ που λειτουργούσαν κατά μήκος της παραλιακής, κατάλαβα πως είχα μαντέψει λάθος. Και τα δύο κτήρια είχαν εγκαταλειφθεί. Οι παιχνιδομηχανές που σάπιζαν μέσα κατέστησαν σαφές πως δεν επρόκειτο για σκελετούς παλιών ξενοδοχείων. Όχι, πρέπει να ήταν κλαμπ ή πιθανότερα καζίνο.

Μια νύχτα, περπατώντας με την Ανθή, περάσαμε μπροστά από ένα από αυτά τα κτήρια και αποφάσισε να μου αφηγηθεί την ιστορία των Μπενιτσών και πως εκείνα τα ερείπια ήταν απομεινάρια από…ντισκοτέκ.

Το  χωριό των Μπενιτσών πάντοτε ήταν ένα πλούσιο και προνομιούχο μέρος για να ζει κανείς. Πρώτα απ’ όλα γιατί ήταν ένας τόπος πλούσιος από νερά που πήγαζαν από τα κοντινά βουνά, κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από τα παλιά ερείπια  των ρωμαϊκών λουτρών και των υπέροχων πηγών, σημεία που συνηθίζουν να επισκέπτονται οι τουρίστες όταν έρχονται εδώ. Έπειτα, ο δεύτερος λόγος που έκανε τις Μπενίτσες ευλογημένο τόπο ήταν πως, επειδή βρισκόταν δίπλα στη θάλασσα, είχε ξεκινήσει ως ψαροχώρι. Ενώ στο κέντρο του νησιού και στα βουνά, οι άνθρωποι ζούσαν σχεδόν αποκλειστικά από την γεωργία – και όλοι γνωρίζουμε πόσο εύκολα μπορεί να καταστραφεί η σοδειά από τον κακό καιρό και τις ασθένειες– στις Μπενίτσες, οι άνθρωποι δεν πείνασαν ποτέ, γιατί ψάρευαν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Και φυσικά, τα ψάρια ήταν η βασική πηγή εισοδήματός , μιας και οι ψαράδες μπορούσαν να τα πουλήσουν στα γειτονικά χωριά.

 

Αρχής γενομένης από την δεκαετία του εξήντα (1960), η Κέρκυρα απέκτησε μια ακόμη πηγή εισοδήματος: τον τουρισμό, που έβαλε ένα φρένο στα μεγάλα κύματα μετανάστευσης προς το εξωτερικό εκείνα τα χρόνια, καθώς, χάρη στους τουρίστες, οι άνθρωποι μπορούσαν να βγάλουν χρήματα ώστε να ζήσουν εδώ όλο τον χρόνο. Οι γονείς της Ανθής, για παράδειγμα, επέστρεψαν στην πατρίδα τους από την Αυστραλία, το 1966. Και πάλι, χάρη στην αφθονία των φρέσκων ψαριών, οι Μπενίτσες ήταν ξανά ο ευλογημένος τόπος, που αναπτυσσόταν ταχύτατα και πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε έναν πολύ δημοφιλή τουριστικό προορισμό.

Οι τουρίστες λάτρευαν τις Μπενίτσες, επειδή είχαν όλα τα χαρακτηριστικά μιας ειδυλλιακής κοινωνίας, αθώας και ανέγγιχτης από την λογική του καπιταλισμού που σάρωνε όλη την Ευρώπη. Ήταν ένας παράδεισος βυθισμένος στην γαλήνη, την απλότητα και την αγνότητα.

Οι ντόπιοι , με την σειρά τους, αγαπούσαν τους τουρίστες, γιατί έφερναν μαζί τους τον πλούτο και τον εκσυγχρονισμό. Οι κάτοικοι θεωρούσαν τους τουρίστες ως «αγγέλους» που είχαν κατέβει από τον ουρανό, με τα γαλάζια μάτια τους και τα ξανθά μαλλιά  – τυπικά χαρακτηριστικά των Βρετανών – να συμβολίζουν την εικόνα της ομορφιάς και της προόδου.  Χάρη σε αυτούς τους «αγγέλους», οι κάτοικοι άρχισαν να αποκτούν περισσότερα χρήματα, κάτι που τους επέτρεψε να αγοράσουν γη, πάνω στην οποία αργότερα θα έχτιζαν εστιατόρια, ξενοδοχεία, καταστήματα… Όλοι άρχισαν να ζουν στο δικό τους όνειρο, ακόμη κι αυτοί που δεν είχαν γη και έβγαζαν τα προς το ζην πουλώντας τοπικά προϊόντα, όπως ψάρια, ελαιόλαδο και κρασί στα ξενοδοχεία και στα εστιατόρια.

 

Δυστυχώς, το όνειρο άρχισε να αποδεικνύεται εφιάλτης πολύ σύντομα. Το είδος τουρισμού που εδραιωνόταν ήταν κυρίως νεανικός τουρισμός. Το ταξιδιωτικό γραφείο που λειτουργούσε στις Μπενίτσες ήταν το Βρετανικό γραφείο 18-30, επομένως εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί πως η ηλικία των τουριστών κυμαινόταν μεταξύ 18 και 30, κι αυτό επηρέαζε το είδος των υπηρεσιών που το χωριό έπρεπε να προσφέρει. Ντισκοτέκ, μπαρ, και μπυραρίες άρχισαν να ξεφυτρώνουν στην παραλιακή σαν μανιτάρια. Όμως αυτό το είδος τουρισμού άρχισε να αλλάζει, όχι μόνο την αρχιτεκτονική δομή των Μπενιτσών, αλλά και την νοοτροπία των ανθρώπων,  αλλοιώνοντας και σταδιακά εξαλείφοντας τις αρχές πάνω στις οποίες είχε χτιστεί αυτή η παραδοσιακή, πατριαρχική και βαθύτατα θρησκευόμενη κοινωνία.

 

Οι άνθρωποι που απέκτησαν περισσότερη περιουσία και χρήματα άρχισαν να την επιδεικνύουν, προκαλώντας κύματα ζήλειας και απόγνωσης στους φτωχότερους κατοίκους, με αποτέλεσμα να καταστραφούν οι δεσμοί φιλίας και συνοχής που βασίλευαν μεταξύ των κατοίκων του χωριού. Ο φιλελεύθερος τρόπος ζωής που εξέπεμπαν οι τουρίστες συγκρούστηκε με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, στις οποίες βασιζόταν η αρμονία της οικογένειας. Θεωρώντας τους τουρίστες ως «ανώτερους ανθρώπους», οι κάτοικοι άρχισαν να μην δείχνουν σεβασμό στις παραδοσιακές αρχές της ταπεινοφροσύνης, της αγνότητας και του κώδικα ηθικής, που χαρακτήριζαν έως τότε τον τρόπο ζωής στις Μπενίτσες. Η αθωότητα και η αγνότητα μετατράπηκε σε άγνοια, και ο συνδυασμός της άγνοιας με την κατοχή πλούτου οδήγησε σε μια κακέκτυπη μίμηση του τρόπου ζωής των τουριστών.  

Οι άντρες άρχισαν να πηγαίνουν στα τοπικά μπαρ, να πίνουν χωρίς όριο και να απολαμβάνουν την σεξουαλική ελευθερία  των πανέμορφων τουριστριών, χωρίς να δίνουν την παραμικρή σημασία στα κορίτσια της περιοχής, τα οποία εξακολουθούσαν να ζουν με τον ίδιο παρωχημένο κώδικα ηθικής και θρησκευτικής συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια, δεν πουλούσαν τις αρχές και την κοινωνική ηθική τους φτηνά.  Από την άλλη, δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν το όνειρο των ανδρών να φύγουν από την Ελλάδα και να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό. Όσοι δεν κατάφερναν να βρουν μια εξωτική τουρίστρια  το καλοκαίρι, πήγαιναν διακοπές στο εξωτερικό κατά την χειμερινή περίοδο για να κυνηγήσουν τα όνειρά τους.

Οι Μπενίτσες διαφημίζονταν για τρία πράγματα, τα 3 S ( Sea Sun Sand) : την θάλασσα, τον ήλιο και την αμμουδιά. Όσον αφορά το τρίτο S, θα παρατηρήσετε πως δεν έχουμε και πολλές αμμώδεις παραλίες εδώ πέρα, επομένως δεν χρειάζεται να αναφέρω ποιο ήταν πραγματικά το τρίτο πράγμα για το οποίο διαφημίζονταν … Ισως μπορείτε να το μαντέψετε  μόνοι σας .

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η αγοραστική αξία της γης είχε αυξηθεί σημαντικά και μαζί με αυτήν αυξήθηκε και η ανταγωνιστικότητα μεταξύ των κατοίκων. Όλοι ανταγωνιζόντουσαν για να αγοράσουν το μεγαλύτερο τεμάχιο γης και να χτίσουν την πιο επιτυχημένη επιχείρηση. Κι αφού κατάφεραν να χτίσουν επιτυχημένες επιχειρήσεις, τα μπαρ ανταγωνιζόντουσαν για το ποιο θα έχει την πιο δυνατή μουσική, και καθώς τότε δεν υπήρχε νομικό πλαίσιο  που να ελέγχει αυτόν τον τομέα, οι Μπενίτσες μεταμορφώνονταν αργά και σταθερά σε μια τεράστια ντισκοτέκ. Για να εξοικονομήσουν χρήματα, τα μπαρ αγόραζαν φτηνό αλκοόλ και προσέφεραν ποτά κακής ποιότητας, αναγκάζοντας τους πελάτες τους να καταναλώσουν περισσότερο προϋπόθεση απαραίτητη για να φτάσουν στο επίπεδο μέθης που χρειάζονταν για να απολαύσουν τα αηδιαστικά sex shows που λάμβαναν χώρα σε αυτά τα κλαμπ.

Την ώρα που οι οικογένειες της περιοχής καλούσαν την αστυνομία για να παραπονεθούν για τον θόρυβο, οι μεθυσμένοι τουρίστες καυγάδιζαν με τα αγόρια των Μπενιτσών για κάποια τουρίστρια που μόλις είχαν γνωρίσει σε κάποιο μπαρ. Εκείνο τον καιρό, οι ντόπιοι νέοι συνήθιζαν να βγαίνουν με σιδερένιες αλυσίδες στις ζώνες, με την δικαιολογία πως «ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί». Τα πρωινά, οι κάτοικοι μπορούσαν να βρουν τα κεφάλια των γαϊδουριών τους κομμένα, ή κάποιον μεθυσμένο τουρίστα λιπόθυμο στο πεζοδρόμιο και τα χαντάκια.

Ένα πρωινό, ο αδερφός της Ανθής βρήκε ένα αγόρι της περιοχής να κοιμάται στον κήπο τους. Προσπάθησε μάταια να τον ξυπνήσει, αλλά τα κατάφερε μόνο όταν έριξε κρύο νερό στο κεφάλι του.  Ευτυχώς δεν είχε πέσει σε κώμα. Τον οδήγησε, λοιπόν, στο σπίτι τους, δίνοντάς του τον χρόνο να αναρρώσει, αλλά ήταν ακόμη μεθυσμένος και φώναζε επί ώρες τα ίδια αξιοθρήνητα λόγια, «Τζέην, σε αγαπώ! Μην φεύγεις!». Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε για πέντε ολόκληρες ώρες, πριν αποφασίσουν να τον στείλουν  σπίτι του.

Φασαρία, μαχαιρώματα, συνεχείς επεμβάσεις της αστυνομίας… το παραδεισένιο και γαλήνιο χωριό των Μπενιτσών είχε μετατραπεί σε μια επικίνδυνη φλεγόμενη κόλαση.

Οι οικογένειες ανησυχούσαν ολοένα και περισσότερο για τα παιδιά τους, που ξεσάλωναν πίνοντας μέχρι τελικής πτώσης και επέστρεφαν στα σπίτια τους μελανιασμένα από το ξύλο.  Πολλά αγόρια μάλιστα, έφταναν στο σημείο να παρατήσουν το σχολείο και άφηναν τις οικογένειές τους για να φύγουν στο εξωτερικό, όπου ξόδευαν όλα τους τα λεφτά στα καζίνο. Τα κορίτσια, από την άλλη, μεγάλωναν πιστεύοντας πως δεν άξιζαν τίποτα, μιας και τα ντόπια παλικάρια είχαν μάτια μόνο για τις πανέμορφες τουρίστριες.

Όταν όμως οι τουριστικοί πράκτορες  βαρέθηκαν να επενδύουν σε ένα μέρος που δεν ήταν πλέον ένας ασφαλής και κερδοφόρος τουριστικός προορισμός, καθώς οι τοπικές οικογένειες άρχισαν να  εναντιώνονται σε αυτό το είδος τουρισμού, αποφάσισαν να μετακινήσουν αυτό το είδος τουρισμού στον Κάβο, στα νότια του νησιού. Οι ιδιοκτήτες, λοιπόν, αυτών των μπαρ  ξέπεσαν απότομα, σαν έκπτωτοι βασιλιάδες που έχασαν τον θρόνο τους. Αυτό που έμεινε ήταν διαλυμένες οικογένειες και παιδιά χωρισμένα ανάμεσα στην Ελλάδα και στην πατρίδα των μαμάδων τους.

«Καταλαβαίνεις τώρα γιατί αποφάσισα να φύγω και πάω στο εξωτερικό να σπουδάσω; Ήθελα να δω τι το ξεχωριστό είχε η Αγγλία, τι έχουν αυτοί οι άνθρωποι εκεί, που δεν το έχουμε εμείς. Η διαφυγή μέσω μιας καλής μόρφωσης ήταν η μόνη διέξοδος που είχα να εγκαταλείψω αυτό το μέρος, όπου τίποτα πλέον δεν έβγαζε νόημα. Ο αδερφός μου έβγαινε από το παράθυρο για να πάει σε αυτά τα μπαρ, αλλά εγώ… δεν μου επιτρεπόταν να κάνω τίποτα, γιατί ήμουν γυναίκα! Το μόνο πράγμα που μου επιτρεπόταν να κάνω ήταν να παντρευτώ, προφανώς με Έλληνα. Αυτός ήταν και ο δρόμος που επέλεξε η αδερφή μου για να αποκτήσει την ελευθερία της. Αλλά εγώ δεν ήθελα να παντρευτώ στα δεκαπέντε μου!  Έτσι έφυγα ώστε  να βρω την δική μου θέση στον κόσμο, μια θέση που δεν θα μπορούσα ποτέ να έχω εδώ. Ο αδερφός μου ήταν ο μελλοντικός ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου των γονιών μου, άρα δεν υπήρχε τίποτα για μένα στην Κέρκυρα. Αλλά ο αδερφός μου αρνήθηκε να διευθύνει το ξενοδοχείο. Έτσι, επέστρεψα, γιατί πίστευα πως αυτό το χωριό μπορεί να χαράξει μια νέα πορεία, αυτή του υπεύθυνου και βιώσιμου τουρισμού. Επέστρεψα και δούλεψα σκληρά για να χαράξω αυτήν τη νέα πορεία και τα κατάφερα, χάρη στην γνώση και την εμπειρία που απέκτησα στο εξωτερικό. Επέστρεψα, γιατί μισώ αλλά και γιατί αγαπώ αυτόν τον τόπο».

 

 

Οι αναγνώστες, τώρα ξέρετε γιατί οι Μπενίτσες ήταν ένας εγκαταλελειμμένος τόπος όταν η Ανθή επέστρεψε από το Λονδίνο: ο τουρισμός είχε μετακινηθεί αλλού. Παρόλα αυτά, αυτή η μετακίνηση ήταν ευλογία, γιατί οι Μπενίτσες μπορούσαν πλέον να αναγεννηθούν μέσα από τις στάχτες τους, και να αποκαλύψουν την πραγματική και αυθεντική τους ομορφιά.

Tags:
Μπενιτσες Μπενιτσες 80 Μπενιτσες Κερκυρα Τουρισμος Μπενιτσες
About The Writer
Alexandra Di Gregorio
Pen Name: Fille Du Vent

Alexandra is a young and still developing writer. She likes to explore different literary genres and styles, such as poetry, short stories and stream of consciousness. Alexandra aspires to become a travel writer collecting and writing the stories of the people she meets on her journeys around the world. This time Alexandra worked as a biographer, writing short stories revolving around momentous events in the life of Anthea and of the Bella Vista hotel

You Might Also Like
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 15 ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ (3/3) Bella Stories 22 Μαρ, 2019

Το 2015 ξεκίνησε θετικά με πολλές προ-κρατήσεις . Το ξενοδοχείο ήταν επιτέλους στα καλύτερα του. Είχαμε αποκτήσει καλή φήμη όλα αυτά τα χρόνια, τα δωμάτια είχαν ανανεωθεί , εξοπλισμένα κατάλληλα και διακοσμημένα πολύ περισσότερο από ότι αναμενόταν από ένα ξενοδοχείο δύο αστέρων και ο πρωινός…

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 15 ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ Bella Stories 15 Μαρ, 2019

Γειά σας και πάλι ! Που είχαμε μείνει ; Α ναι, σας έλεγα λοιπόν για το πόσο σίγουρη ένιωθα ότι τα πράγματα μπορούσαν και θα γινόντουσαν μόνο καλύτερα. Λοιπόν, ειλικρινά νομίζω ότι είχα είχα μειώσει πολύ τις άμυνες μου, αλλά ακόμα κι αν δεν είχα,…

Τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής μου Bella Stories 08 Μαρ, 2019

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί έφυγα από την Αγγλία και αποφάσισα να επιστρέψω στην Ελλάδα, μια χώρα που είχε και εξακολουθεί να έχει πολλές δυσκολίες. Όσο δυνατές και άν  είναι οι λέξεις, μερικές φορές στερούνται την δύναμη να μεταφέρουν τον ωκεανό των…